English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

12.27.2011

Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Αργύρης Χιόνης

"Aπό το χώμα ερχόμαστε, στο χώμα επιστρέφουμε,
στο μεταξύ διάστημα παριστάνουμε τους κηπουρούς."

Η είδηση του θανάτου ενός ανθρώπου, όποιος κι αν είναι δε μπορεί παρά να μας αφορά, το ίδιο όπως θα πρέπει να μας αφορά και η γέννηση. Είναι συνδεδεμένες και οι δύο με τη δική μας φύση, με τη δική μας μοίρα. Δύσκολο να μιλήσεις για την απώλεια ενός ποιητή. Νομίζεις ότι οι ποιητές είναι φτιαγμένοι από το υλικό των ονείρων και δε χάνονται, απλά μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο, σε αυτό που ήταν πάντα, σε αυτό που αναζητούσαν και πάλευαν να εκφράσουν μέσα από την ποίησή τους. Τον Αργύρη Χιόνη δεν τον γνώριζα, ούτε την ποίησή του. Τον "ανακάλυψα" μετά τη συνέντευξη μαζί του, την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, την 1η μέρα της Άνοιξης στις 21 Μαρτίου. Θυμάμαι μου μίλησε για τον έρωτα, και πως η επαφή του με ορισμένες ψυχές αυτού του κόσμου, ήταν μέσω ενός ανεξάντλητου, γεμάτου αλήθεια πλατωνικού έρωτα, που ολοκλήρωνε αμφότερες πλευρές και έβρισκε διέξοδο μόνο στην ποίηση, επειδή η ποίηση είχε πει, δεν ακολουθεί τον ορθό λόγο. "Αντιντέκομαι",  λέει στη συνέντευξή του αυτή με τον ηρωικό πεσιμισμό  "στη γνώση του θανάτου, αντιστέκομαι με την ποίηση και τα τραγούδια", ενώ στην τελευταία του ποιητική συλλογή "Ό,τι περιγράφω με περιγράφει", αναφέρει, "όταν σου αναγγείλουν το θάνατό μου, κάνε ότι θα έκανες αν σου χαρίζαν ένα άδειο βάζο, θα το γέμιζες λουλούδια, έτσι δεν είναι;" Καλό Ταξίδι!!! 

Παρακολουθήστε τη συνέντευξη του ποιητή στο Channel 4U: 
Ακούστε εδώ αποσπάσματα από το "O,τι περιγράφω, με Περιγράφει": http://www.youtube.com/watch?v=UjSWQizyJF4 και ένα αφιέρωμα http://www.youtube.com/watch?v=ZNtczgniMaI&feature=related

Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του 70  ο Αργύρης Χιόνης πέθανε ανήμερα τα Χριστούγεννα από καρδιακή προσβολή. Γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα, στα Σεπόλια, από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο 2ο Νυχτερινό Γυμνάσιο. Άρχισε να εργάζεται σε πολύ μικρή ηλικία και άλλαξε αρκετά επαγγέλματα. Σε ηλικία 28 ετών γράφεται στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και σπουδάζει ιταλική φιλολογία. Επί είκοσι έτη (1967-1977 και 1982-1992), έζησε σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Κατά τη δεκαετία 1982-1992, εργάστηκε, ως μεταφραστής, στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 1992, παραιτήθηκε από τη θέση αυτή και ζούσε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολιόταν με την ποίηση και τη γεωργία, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο βιογραφικό που συνόδευε τα βιβλία του.

Είχε πρωτοεμφανιστεί λογοτεχνικά το 1966 με την ποιητική συλλογή "Απόπειρες φωτός". Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία: "Σχήματα απουσίας" ("Αρίων", 1973, αγγλική και ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. Tor/Amsterdam, 1971), "Μεταμορφώσεις" ("Μπουκουμάνης, 1974, ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. De Beuk/Amsterdam, 1976, μαζί με ποιήματα από τη συλλογή "Τύποι ήλων"), "Τύποι ήλων" ("Εγνατία-Τραμ", 1978), "Λεκτικά τοπία" ("Καστανιώτης", 1983), "Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη" ("Υάκινθος", 1986), "Εσωτικά τοπία" ("Νεφέλη", 1991, 1η ανατύπωση: 1999), "Ο ακίνητος δρομέας" ("Νεφέλη", 1996, 1η ανατύπωση: 2000), "Ιδεογράμματα" ("Τα τραμάκια", 1997), "Τότε που η σιωπή τραγούδησε" ("Νεφέλη", 2000), "Στο υπόγειο" ("Νεφέλη", 2004), "Ό,τι περιγράφω με περιγράφει" (Γαβριηλίδης, 2010).

Μετά το 1981 ασχολήθηκε παράλληλα, με την πεζογραφία, με αφηγήματα για μεγάλους, παιδιά και νέους, όπως "Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα" ("Αιγόκερως", 1981), "Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς" ("Πατάκης", 1995), "Τρία μαγικά παραμύθια" ("Πατάκης", 1998), "Όντα και μη όντα" ("Γαβριηλίδης", 2006) και "Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες" ("Κίχλη", 2008, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2009, εξ' ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου). Έχει ασχοληθεί με τη λογοτεχνική μετάφραση, μεταφράζοντας έργα των Οκτάβιο Πας ("Ποιήματα", 1981), Ράσελ Έντσον ("Όταν το ταβάνι κλαίει", 1986), Τζέιν Όστεν ("Περηφάνια και προκατάληψη", 1997), Ρομπέρτο Γιάρος ("Κατακόρυφη ποίηση", 1997) και Ανρί Μισώ ("Με το αγκίστρι στην καρδιά: μια επιλογή από το έργο του", 2003). Eίχε επίσης μεταφράσει τον "Αστερίξ" και ένα μεγάλο μέρος του "Ιζνογκούντ".

Η ποιησή του χαρακτηρίζεται από αυτοβιογραφικά στοιχεία, με έντονο το στοιχείο της παραδοξότητας και του σαρκασμού σε συνεχή συνομιλία όμως με μια υπαινικτική εσωτερικότητα η οποία υποβάλλει και ενισχύει ναι μεν τη πίστη στο παράλογο και μάταιο της ύπαρξης από τη μια αλλά και τη κατάφαση στη ζωή απ΄την άλλη.

Τη θλίψη του για το θάνατο του ποιητή Αργύρη Χιόνη εξέφρασε με ανακοίνωσή του ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Παύλος Γερουλάνος:

«Ο Αργύρης Χιόνης υπήρξε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου και δημιουργού.

Πολίτης του κόσμου αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένος με την Ελλάδα, άνθρωπος πολυπράγμων και συλλέκτης πάσης φύσεως εμπειριών, προσωπικότητα σύνθετη που αναζήτησε την ευτυχία στα απλά και μικρά, παρουσία χαμηλόφωνη αλλά επιδραστική, ο Χιόνης εξέφρασε με το έργο του την απορία του ανθρώπου μπροστά στο παράλογο και μάταιο της ύπαρξής του αλλά και μια βαθιά αγάπη για τη ζωή και μια ειλικρινή κατάφαση σ’ αυτή.
Το 2009 με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» από τις εκδόσεις Κίχλη είχε γράψει στη lifo το παρακάτω κομμάτι:

O ποιητής και πεζογράφος Αργύρης Χιόνης γράφει για το έναυσμα που τον οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (εκδόσεις Κίχλη) και για τη βαθιά ανάγκη του για παρηγοριά. Η περιπέτειά μου στο χώρο των Γραμμάτων άρχισε με την ποίηση, όταν ήμουν δεκατριών ετών. Πρωτοδημοσίευσα ποιήματά μου στα εικοσιένα μου, στα περιοδικά «Δωδέκατη ώρα» και «Νέα Εστία». Από το 1966 έως το 2006 εξέδωσα δώδεκα ποιητικά βιβλία. Η πρώτη πεζογραφική απόπειρά μου έγινε το 1983, με το βιβλίο Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (εκδ. Αιγόκερως). Επρόκειτο για κείμενα που, επειδή αδυνατούσα να τα πυκνώσω, ώστε να γίνουν ποιήματα, τα ανέπτυξα περαιτέρω και γίνανε μικρά πεζογραφήματα. Η πρώτη σοβαρή πεζογραφική μου απόπεια έγινε το 2006 με το Όντα και μη Όντα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», 2007), που το διαδέχτηκε την επόμενη χρονιά το Περί αγγέλων και δαιμόνων από τις ίδιες εκδόσεις.

Είχε πλέον για τα καλά εγκατασταθεί μέσα μου ο δαίμων της πεζογραφίας. Έτσι, το 2008 ακολούθησε το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Βέβαια, όταν μιλάμε για πεζογραφία, πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι πρόκειται για πεζά κείμενα γραμμένα από ποιητή. Ο λόγος πρέπει, συνεπώς, να ρέει απρόσκοπτα, μουσικά, οι συλλαβές των προτάσεων να είναι ζυγισμένες και μετρημένες με ακρίβεια, ενίοτε μάλιστα (χάριν παιδιάς ή ειρωνείας) να υπάρχουν μέτρο και εσωτερικές ομοιοκαταληξίες. Η χρήση επίσης συνηχήσεων, παρηχήσεων, ομόηχων λέξεων και επαναλήψεων είναι απαραίτητη. Όσο για τη μεταφορά, αυτή πρέπει κυριολεκτικά να πρωταγωνιστεί.

Το Οριζόντιο ύψος συμπληρώνει το τρίπτυχο που ξεκίνησε με τα δύο προηγούμενα βιβλία. Και οι τρεις αυτές συλλογές αφηγημάτων, όπως και ολόκληρο το ποιητικό έργο μου, συνέχονται από μια κοινή, κεντρική ραχοκοκκαλιά, την υπαρξιακή αγωνία, και βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τον θάνατο, όπως θα ήθελε και ο Octavio Paz. Επειδή ωστόσο είχε πολύ βαρυνθεί η ψυχή μου, αποφάσισα ότι χρειαζόμουν μιαν αναψυχή. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στον παλιμπαιδισμό της ηλικίας (κοντεύω να κλείσω τα εξήντα έξι), αλλά, ξαφνικά, ένιωσα τη βαθύτατη ανάγκη για παραμυθία, για παρηγοριά. Εκεί επάνω ξανάρθανε στη σκέψη μου οι στίχοι του Σεφέρη (Τελευταίος σταθμός, στ. 83-86, από τη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β’):

Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Kalo Taxithi ston Argyri Chioni.

I enjoyed listening to this interview for a variety of reasons, but most importantly for the pronouncement that all human beings are capable of doing is recording their autobigraphy in both arts and sciences.

Also the statment by Maria Kakoulaki in reference to her interview experience is so profound and true:

Θυμάμαι μου μίλησε για τον έρωτα, και πως η επαφή του με ορισμένες ψυχές αυτού του κόσμου, ήταν μέσω ενός ανεξάντλητου, γεμάτου αλήθεια πλατωνικού έρωτα, που ολοκλήρωνε αμφότερες πλευρές και έβρισκε διέξοδο μόνο στην ποίησή, επειδή η ποίηση είχε πει,δεν ακολουθεί τον ορθό λόγο.