English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

1.06.2012

Ο Ψηλός "πέταξε"…. λίγο Ψηλότερα…

Το τελευταίο του άρθρο έκανε λόγο για μια κοινωνία ενεργών πολιτών, ικανή να μπορέσει να αμυνθεί στη λαίλαπα των μέτρων και της οικονομικής ισοπέδωσης που ο οξύς και  διορατικός του νους, έβλεπε, από τότε πως πλησίαζε για την Ελλάδα. "εναπόκειται πλέον σε όλους εμάς τους πολίτες να γίνουμε περισσότερο “ενεργοί” και να προσπαθήσουμε όλοι μαζί να μειώσουμε τον αντίκτυπο που θα έχουν σε όλους μας σε άλλους λιγότερο και σε άλλους περισσότερο τα σκληρά μέτρα". Mε τα λόγια αυτά έκλεινε το  τελευταίο άρθρο του ο δημοσιογράφος Μάνος Ρούσσος. Ήταν οι τελευταίες δημοσιογραφικές σκέψεις ενός μυαλού δε διαπληκτίστηκε ποτέ στα τηλεοπτικά παράθυρα, ούτε να φώναζε τάχα θυμωμένος, χειραγωγώντας τη γνώμη και την κρίση των πολιτών με τα συναισθηματικά του ξεσπάσματα. Ο Μάνος Ρούσσος ήταν ένα από εκείνα τα δυνατά μυαλά δημοσιογραφίας που παρέμειναν αόρατοι ήρωες στα παρασκήνια ενός δύσκολου και πολλές φορές απάνθρωπου επαγγέλματος, γιατί είχε επίγνωση της διαφθοράς της "πρώτης γραμμής"  και ήξερε πως η συνείδησή του και το όνειρό του, δε χωρούσαν σε αυτή την παράλογη "λογική"! Πριν λίγο καιρό τον αναζήτησα. Έψαξα παντού να τον βρω, να μοιραστούμε σκέψεις και ανησυχίες ενόψει της κρίσης.Δεν τον βρήκα στο τηλέφωνο. Τον αναζήτησα στο ίντερνετ μέσω των άρθρων του και η ψυχή μου πάγωσε στην κυριολεξία  όταν διάβασα, ετεροχρονισμένα, πως είχε σκοτωθεί σε ένα φοβερό τροχαίο στις 14 Μαΐου του 2010, πάνω στη δίτροχη αγαπημένη του. Από τότε αισθάνομαι πως κουβαλώ μέσα μου, ένα μικρό αλλά σημαντικό κομμάτι της αλήθειας και της ουσίας αυτού του ανθρώπου, που αξίζει τον κόπο να εκφραστεί, γιατί νιώθω  πραγματικό πόνο, που ο δημοσιογράφος Μάνος Ρούσσος, δε βρίσκεται πλέον εν ζωή.


Η γνωριμία και η συνεργασία μας

"Με λένε Μάνο Ρούσσο", μου είπε την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, με ένα πολύ ήρεμος ύφος, που δεν ταίριαζε καθόλου με τους συνοφρυωμένους και δύστροπους δημοσιογράφους που συναντά, κανείς σε μια μεγαλούπολη όπως η Αθήνα. Είναι αυτοί, που τους βλέπεις συνέχεια μπροστά σου, είτε στο γυαλί, είτε σε οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση και που τους ακούς χωρίς να θες, εκείνοι που σε "σαρώνουν" από πάνω μέχρι κάτω, σου "παίρνουν τα μέτρα και σου ράβουν το κουστούμι" και στη συνέχεια προσπαθούν να σε πείσουν ότι για τον τρόπο που αυτοί αντιλαμβάνονται τα πράγματα, λες και δεν είναι απλά αρκετό να ακούσεις της γνώμη τους, αλλά πρέπει να την υιοθετήσεις κιόλας. Αυτοί που ποτέ δεν έχουν χρόνο για μια σοβαρή συζήτηση, αλλά πάντα βρίσκουν για ένα κουτσομπολιό κι ένα παραπολιτικό σχόλιο επίδειξης της "αλάνθαστης" πληροφόρησής τους και που το ψιθυρίζουν μεγαλοφώνως και που όταν βαδίζουν, κοιτάζουν συνήθως προς τα κάτω στα παπούτσια τους, κινδυνεύοντας μάλιστα να σκοντάψουν, προκειμένου να αποφύγουν να σε δουν κατάματα και να σου πουν "καλημέρα".

Ο Μάνος στάθηκε μπροστά στα μάτια μου σαν ψηλό "βουνό" που σου κρύβει το φως,  δυο μέτρα και βάλε ύψος, και ξαφνικά, είδα το χέρι μου να χάνεται μέσα στο δικό του, σφίγγοντας το, όλο εγκαρδιότητα προκειμένου να μου πει "καλωσόρισες!" Τα μάτια του ήταν διερευνητικά αλλά με μια ζεστασιά που με έκανε να αισθάνομαι ότι δε θα βγάλει σαν "αρπαχτικό" τα νύχια να με γρατζουνίσει πισώπλατα. Ως συνάδελφοι, μοιραστήκαμε, το ίδιο μακρύ τραπέζι-γραφείο και για ενάμιση χρόνο. Καθόταν στα δεξιά μου, σε απόσταση μικρότερη του μισού μέτρου και εξέπεμπε  μια θετική αύρα ηρεμίας και καλοσύνης. Ένιωθα ασφαλής να εργάζομαι κοντά του. Απέναντι μας, βρίσκονταν τα χαρούμενα και ξένοιαστα πρόσωπα δυο νεαρών κοριτσιών που μόλις είχαν τελειώσει τις σπουδές τους στη δημοσιογραφία,  ενώ στην αίθουσα υπήρχαν δυο ακόμα τραπέζια με αντίστοιχα τέσσερις και τέσσερις συναδέλφους και ένα γραφείο μόνο του, όπου καθόταν, πάντα σοβαρός και εργαζόμενος μετά μανίας ο τραπεζικός συντάκτης της εταιρίας. Ο Μάνος στρεφόταν συχνά κατά το μέρος του και είτε τον πείραζε με κάποιο αστείο, είτε σχολίαζαν τη συμπεριφορά των μετοχών του Ελληνικού Χρηματιστηρίου ή έβγαιναν μαζί για διάλειμμα.

Δημοσιογραφικός χώρος δύσκολος, με εντάσεις, μεγάλες ταχύτητες και παράξενη ενέργεια όταν η καθημερινότητά του ενός, έρχεται τόσο κοντά με με την καθημερινότητα του άλλου. Ξαφνικά διαπιστώνεις, πως για να αντέξεις σε μια δουλειά δεν έχουν καμία σημασία οι γνώσεις σου, η εργατικότητά σου ή το προσωπικό σου όραμα, αλλά το πόσο καλός "ηθοποιός" είσαι στο θέατρο του παραλόγου που συναντάς, στις αδικίες, στις ανηθικότητες, στις συγκρούσεις, στα κόμπλεξ, στις ανασφάλειες. Ο Μάνος ήταν ο πιο καλόβολος, ο πιο συναινετικός, με όλους, ανεξαρτήτως χαρακτήρα και ιδιομορφιών. Τον  καλούσαν οι δημοσιογράφοι διαρκώς, από όλες τις κατηγορίες θεμάτων, για ελληνικές και ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις και τον ρωτούσαν για μια αγγλική λέξη πως μεταφράζεται στα ελληνικά, για μια οικονομική έκθεση που δεν ήταν απολύτως κατανοητή για μια ακαταλαβίστικη πρόταση και ένα σωρό άλλα θέματα και αυτός, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σα να κρατούσε πάντα στα χέρια του ένα αόρατο "μίτο Αριάδνης" περνούσε ευέλικτα μέσα από κάθε σκοτεινό "λαβύρινθο" κι έβρισκε την έξοδο. "'Ερχομαι τώρα καλό μου", αυτή ήταν η απάντησή  του.

Ο Μάνος έφυγε στα 32 του χρόνια, στις 14 Μαΐου του 2010.  Τον είχα γνωρίσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα, την ίδια μέρα, στις 14 Μαϊού του 2007, στην πρώτη μου εργασία επί ελληνικού εδάφους, με αντικείμενο τη δημοσιογραφική κάλυψη πολιτικών, οικονομικών, τραπεζικών και επιχειρηματικών ειδήσεων για την  Ελλάδα, την Κύπρο, την Τουρκία και ευρύτερα τα Βαλκάνια. Η εργασία μας ήταν στην αγγλική γλώσσα και ο Μάνος στάθηκε πολύτιμος συνεργάτης από την πρώτη στιγμή δίπλα μου. Με την ταπεινότητά του και τη βοήθειά του, με "μύησε" πρώτος στους οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς όρους. Ακόμα και χροιά της φωνής του ήταν χαμηλόφωνη, απαλή και εξέπεμπε την αρετή του ανθρώπου που έχει συναίσθηση ότι ανεξάρτητα από όλα όσα γνωρίζει, διατηρεί τις επιφυλάξεις του και τις αμφιβολίες του, γι΄αυτό το οποίο λέει. Με αυτήν την ταπεινότητα, έλυνε τα μυστήρια  και τους γρίφους όλων μας και γύριζε στη θέση του, χωρίς να το κάνει θέμα, σαν η βοήθειά του, να ήταν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο.! "Μάνο, έλα να "φάμε" μαζί μία έκθεση, μόνο εσύ μπορείς να καταλάβεις τι λέει ο ποιητής"!  Και είχε το δικό το δικό του λεξιλόγιο, όταν ήθελε να πει ότι κάποιος είναι μοναδικός στο είδος του, έλεγε "Ε μα είναι μορφή αυτός, μορφή!"

 Μια από τις μεγαλύτερες αποδείξεις του χαρακτήρα του ανθρώπου, είναι ο τρόπος που απαντά σε μια ερώτηση. Ο ημιμαθής υπερβάλλει, υψώνει τη φωνή του, σε κοιτάζει επίμονα για οι απαντήσεις του είναι επιτακτικές σα να μη χωρούν αμφισβήτηση. Πολλές φορές αν τον ρωτήσεις δεύτερη φορά, θυμώνει κιόλας και είτε προσπαθεί να μειώσει τη νοημοσύνη σου, είτε σου λέει ότι "μη με πρήζεις τώρα για πράγματα που είναι ήδη γνωστά".  Όμως ο Μάνος ειχε ένα ζεστό και συναινετικό  ύφος και κάποιες φορές  και οι κινήσεις του ευγενικές και αδέξιες μαζί, λόγω του υπερβολικού του ύψους.  Παράλληλα με οποιαδήποτε άλλη εργασία, παρακολουθούσε τις τιμές των μετοχών και πανήγυριζε αν ανεβαίναν αλλά και θλιβόταν όταν έπεφταν. Ήταν ευφυής, διορατικός και μεθοδικός. Πολλές φορές, όταν είχα κάποιο πρόβλημα και δεν ήθελα να τον διακόψω, εκείνος έσκυβε διακριτικά προς το μέρος μου, μου έδινε με τον ίδιο διακριτικό τρόπο τη λύση κι επέστρεφε σε αυτό που έγραφε. Ως φοιτητής Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης κι Επικοινωνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ήταν αριστούχος και με διαφορά από τους υπόλοιπους. Προσελήφθη ως εργαζόμενος δημοσιογράφος, χωρίς ουσιαστικά να έχει πάρει ακόμα το πτυχίο του, διέκοψε ένα χρόνο την εργασία του, για να κάνει μεταπτυχιακά για ένα χρόνο στο περίφημο ινστιτούτο στρατηγικών σπουδών Kings College του Λονδίνου και τελείωσε με διάκριση, ενώ είχε βραβευτεί και από το ίδρυμα Μπότση με βραβείο Δημοσιογραφίας.
Δεν άνηκε σε καμία παράταξη ή δημοσιογραφική ένωση ή σωματείο, όμως είχε συνείδηση της δικής του ειδησεογραφικής παραγωγής .Ήταν ο εαυτός του, δοσμένος με όλη του την ψυχή στην επιβίωση, μέσα από ένα επάγγελμα που δεν έχει τίποτα βέβαιο, που σε ξεζουμίζει ψυχή τε και σώματι, που κάθε μέρα σε φέρνει αντιμέτωπο με νέα δεδομένα, νέους ανθρώπους, νέες συμπεριφορές και δε σου εξασφαλίζει καμία σταθερότητα, ούτε καν την ίδια την επιβίωση. Το κοφτερό του μυαλό, η παιδεία και ειδικά οι γνώσεις του σε θέματα ελληνοτουρκικών ήταν  ικανά να θαμπώσουν τη λάμψη πολλών εκ των προβεβλημένων αστέρων του δημοσιογραφικού κατεστημένου. Μετά από οκτώ χρόνια εργασίας παρέμενε ασφαλισμένος στο  ΙΚΑ (θεωρούμενος μάλιστα από τους τυχερούς), αφού το Ελληνικό Υπουργείο Τύπου, δεν έχει αναγνωρίσει τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ ως ίσης δημοσιογραφικής αξίας με τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Όταν τον μιλούσε Τουρκικά, φούντωνε μέσα μου κάθε αίσθημα ελληνικότητας, και σκεφτόμουνα, ότι τέτοιους ανθρώπους, μορφωμένους, νέους, με πολιτική αλλά όχι κομματική ταυτότητα έχει ανάγκη ο τόπος μας για να πάει μπροστά. Μιλούσε για την Τουρκία, με την ίδια αγάπη που μιλούσε για την Ελλάδα, χωρίς αυτό να τον κάνει λιγότερο Έλληνα και πίστευε πως οι δυο λαοί θα μπορούσαν να συνυπάρξουν, χωρίς το φόβο ή τις φοβίες του παρελθόντος. Ο ίδιος μάλιστα είχε πολλούς φίλους Τούρκους και συχνά τους τηλεφωνούσε και έγραφε από πρώτο χέρι τις πολιτικές, οικονομικές και επιχειρηματικές εξελίξεις. Ήξερε άριστα τη διεθνή πραγματικότητα και χειριζόταν εξίσου καλά σύνθετες πληροφορίες, μπορώντας να κάνει πολλά πράγματα παράλληλα. Κάποτε "έκλεβε" λίγο χρόνο, έβαζε το χέρι του μπροστά για να μην τον ακούσουν οι άλλοι και μου μιλούσε για φιλοσοφία, για το Νίτσε, τον Αντόρνο, το Χέγκελ, και κάποτε για ποίηση, για το Σεφέρη, τον Ελύτη, το Ρίτσο. Και όταν πήγαινα να τον πειράξω, κάνοντας αστεία για κάτι,  σε κλάσματα δευτερολέπτου, τα μάγουλά του "βάφονταν" κόκκινα από αδεξιότητα και ντροπαλοσύνη." Ένας άντρας ίσαμε εκεί πάνω", σκεφτόμουνα και "κοκκινίζει σαν μικρό παιδί!"

-Είσαι μοναχοπαίδι,  μεγάλωσες μόνος, αλλά με την αγάπη μιας γυναίκας, του είπα μια μέρα, με τόση σιγουριά που τρόμαξα κι εγώ η ίδια με τον εαυτό μου!
Με κοίταξε κατάματα με όλη του τη δύναμη, σα να μη μπορούσε να καταλάβει από που ήρθε αυτό που ξεστόμισα και τα μάτια του βούρκωσαν.
-Μα πως είναι δυνατόν, πως, πως το ξέρεις;
-Δεν το ξέρω, του είπα, το βλέπω, το αισθάνομαι σε κάθε σου κίνηση, που είναι εκλεπτυσμένη και ζεστή, με τρόπο που μόνο η πραγματική αγάπη μιας γυναίκας, είτε είναι μάνα, είτε σύζυγος, είτε κόρη ή αδερφή. Γιατί μόνο μια γυναίκα μπορεί να κάνει τόσο τρυφερή την καρδιά ενός άνδρα και μαζί να την απαλύνει από  από τις ανασφάλειες και τις απαιτήσεις που του δημιουργεί η κοινωνία και η ζωή.
-Μεγάλωσα χωρίς τον πατέρα μου, τον έχασα πολύ νωρίς! Εγώ και η μητέρα μου είμαστε όλη μου η οικογένεια, είπε και μαζεύτηκε στη θέση του σα μικρό παιδί που το έχει μαλώσει ο δάσκαλος.

Τα όνειρα για  το μελλον και οι σκέψεις για φυγή

Πίσω από τα μάτια του, έβλεπα πάντα μια κρυφή μελαγχολία, χωρίς να στερούνται  ίχνος ζεστασιάς και τρυφερότητας. Ένιωθα ότι είχε ανάγκη να τον φροντίζουν, να του προσφερθεί κάποια    στιγμή, κάτι έστω χωρίς τόσο πολύ κόπο όσο είχε καταβάλλει ο ίδιος για να πετύχει όσα πέτυχε.  Κάποτε περίμενε μια προαγωγή και αντί να την πάρει ήρθε ένας άλλος συνάδελφος και τον ονόμασαν "αρχισυντάκτη" της ομάδας. Ο Μάνος πληγώθηκε πάρα πολυ. Ήξερε ότι είχε όλα τα προσόντα και είχε δείξει την εργατικότητα και την αφοσίωση, όμως έπρεπε να υπακούει κάποιον που δεν τον ήξερε και από την πρώτη στιγμή κατάλαβε πως δεν είχε τα προσόντα για τη θέση. Ο άνθρωπος αυτός όμως λόγω κάποιου προβλήματος υγείας έχασε γρήγορα τη δουλειά του και ο Μάνος πήρε δικαιωματικά τη θέση που του άξιζε. Όμως κάτι τον βασάνιζε πάντα, σαν μια αβάσταχτη  εσωτερική μοναξιά, που μπορούσες να την αισθανθείς, χωρίς να σε πνίγει.

Πολλά πρωινά, μοιραστήκαμε τα όνειρά μας μαζί με ένα ζεστό κουλούρι και ακόμα και τώρα που ανακαλώ στη μνήμη μου εκείνες τις στιγμές, για να τον φέρω νοερά πίσω,  έχω στο στόμα αυτή τη γεύση από ζεστό κουλούρι και σουσάμι. Ήμασταν συνάδελφοι, αλλά σεβόταν και θαύμαζε ο ένας τη λαχτάρα του άλλου για μια αξιοπρεπή ζωή, με τα δικά μας χέρια, πάνω στα δικά μας πόδια! Πολλά βροχερά πρωινά του χειμώνα, ονειρευτήκαμε τις απέραντες αμμώδεις εκτάσεις της Αιγύπτου, το σύγχρονο κόσμο στο Ντουμπάι, την ομιχλώδη και μελαγχολική ζωή του Λονδίνου, το ταπεραμέντο και τη γαστρονομία της Ιταλίας, τον καθωσπρεπισμό και το ερωτικό μπρίο της Γαλλίας και αναρωτιόμασταν ΠΟΥ και ΠΩΣ μπορούσαμε να ΖΗΣΟΥΜΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ, εκπληρώνοντας αυτό για το οποίο είμαστε φτιαγμένοι, μακριά από τα διαμπερή τραύματα στην περηφάνια και τις προσδοκίες μας, από το γλυκόπικρο χέρι της αγαπημένης πατρίδας μας! Κι έτσι το μουντό γραφείο, με τα μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν το γκρίζο από το καυσαέριο τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας, γέμιζε χρωματιστά κτίρια και γυάλινους ουρανοξύστες, μυρουδιές από την Ευρώπη και την Ανατολή και η σιωπή που έσπαγε μόνο απο το βαροπάτημα των πλήκτρων του υπολογιστή, γίνονταν νότες του πιο μελωδικού οργάνου. Ήταν όνειρα αθωότητας, που ξέραμε ότι ίσως να μη πραγματοποιούνταν και ποτέ, όμως μας έκαναν να χαμογελάμε...

Εκείνος δεν αγάπησε ποτέ την Αθήνα, κι ας έζησε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Για μένα ήταν σαν μια γοητευτική αλλά δύστροπη «παρουσία», με έλκυε και με απωθούσε στον ίδιο βαθμό. Στην αρχή της δόθηκα, ύστερα της αντιστάθηκα  και μετά την αρνήθηκα. Όχι την κλασσική  Αθήνα με τις βυζαντινές, ελληνικές, ρωμαϊκές, οθωμανικές επιδράσεις της, ούτε τη μοντέρνα Αθήνα με το όνειρο της ανάπλασης ενός κόσμου όλο αίγλη και αισθητική. Την Αθήνα των Νεοελλήνων, που ξέχασαν τις ρίζες τους και υποκρίνονται κάτι που δεν είναι. Ε αυτή η Αθήνα,  ποτέ δε με κατέκτησε! Αντίθετα,  έστησε στο "εκτελεστικό απόσπασμα" ένα ένα τα νεανικά μου όνειρα και με έμαθε τη σκληρότητα του να πρέπει να βρεις μια θέση εργασίας, χωρίς να γνωρίζεις κανέναν και χωρίς να θέλει να σε γνωρίσει κανείς! Γιατί τα "χαστούκια" που σου δίνει ο τόπος σου, πονάνε πάντα περισσότερο από εκείνα της ξενιτιάς!  Ίσως όμως, είναι τα χαστούκια που μας κάνουν να ξυπνάμε από τις ψευδαισθήσεις της πρώτης νιότης πιο γρήγορα και μας κάνουν να ωριμάζουμε. Ο Μάνος αγαπούσε την Κρήτη. Ίσως γιατί θα μπορούσε να είναι ο παράδεισος που πάντα ονειρευόταν να ζήσει. Μου  έλεγε συχνά πόσο πολύ λαχταρούσε να φύγει από την Αθήνα για να ζήσει στην ηρεμία και στην αξιοπρέπεια της επαρχίας. Το μυαλό και η ψυχή του, ήταν πολύ καλλιεργημένα για να δεχτούν αδιαμαρτύρητα μια καθημερινότητα που σου δίνει τα στοιχειώδη για να επιβιώσεις οικονομικά και κοινωνικά αλλά σου στερεί τα ουσιώδη της πραγματικής ζωής, το καθαρό οξυγόνο, το περιβάλλον, την ησυχία και το χρόνο, τις απλές καθημερινές στιγμές χωρίς τη βοή του κυκλοφοριακού, τη δυσωσμία του καυσαερίου και την ένταση του συνωστισμού.


Ένας λαμπρός δημοσιογράφος...

Δημοσιογράφοι όπως ήταν ο Μάνος,  θα μπορούσαν να θέσουν τη δημοσιογραφική πρακτική σε πιο υγιή βάση, γιατί δεν άνηκαν ποτέ στη λίστα οποιουδήποτε δημοσιογραφικο-οικονομικο-πολιτικού σταρ σύστεμ. Σήμερα, σε καιρό οικονομικής κρίσης, η βαθιά γνώση της οικονομικής, τραπεζικής και χρηματιστηριακής πραγματικότητας και η καθαρή του ματιά, κάνει την απουσία του πιο έντονη, και μαζί την παρουσία της ανάμνησής και του ήθους του, πιο επιτακτική. Οι τίτλοι των τελευταίων του άρθρων  μαρτυρούν και τη δική του αγωνία για τα σύχρονα πάθη του τόπου μας, "Γη και ύδωρ στο ΔΝΤ", "Και ο Ευρωσκεπτικισμός καλά κρατεί"   "Βουλευτής, βουλευτού μάτι δεν βγάζει...", "Του Έλληνα ο τράχηλος γνωρίζει από χρεοκοπίες", "Ο Τρικούπης και το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν","Η χρεοκοπία του 1932 και οι προσπάθειες για ανάκαμψη" και δηλώνουν ξεκάθαρα την αγωνία του για τη νέα εποχή και τη συνειδητοποίηση της σκληρής, αδιέξοδης πραγματικότητας.  Ενώ εύστοχα σημείωνε πως "η χρεοκοπία μιας χώρας έχει άμεση σχέση με τις οικονομικές στρατηγικές επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης, ωστόσο έχει να κάνει και με την αξιοπιστία της απέναντι στους πιστωτές της, δηλαδή αν τηρεί τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει όταν δανείστηκε. Η οικονομική χρεοκοπία λοιπόν δεν είναι τίποτα άλλο, παρά αποτέλεσμα της πολιτικής χρεοκοπίας των κυβερνήσεων της χώρας από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Σήμερα, λοιπόν, που όλοι μιλούν για επιστροφή του εφιάλτη, η ανάγκη για ισχυρή και τολμηρή ηγεσία που θα αναδιαρθρώσει τα δημόσια οικονομικά είναι περισσότερο επίκαιρη και αναγκαία από ποτέ."

Οι τελευταίες του δημοσιογραφικές προβλέψεις, λίγο πριν φύγει, έκαναν λόγο για το πως κάποιοι επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα θα εκμεταλλεύονταν την κρίση εις βάρος των εργαζομένων, για την "ποινικοποίηση της χρήσης του ΙΧ", όπως γλαφυρά έγραφε κι ίσως αυτή η "ποινικοποίηση" λόγω υπέρογκων εξόδων να είναι η αιτία που ο ίδιος χρησιμοποιούσε τη μηχανή που του στέρησε τελικά τη ζωή. Μιλούσε επίσης για το γεγονός ότι η χώρα μας, χωρίς αναπτυξιακά έργα, με περικοπές σε μισθούς και συντάξεις χωρίς όμως μείωση ούτε του αριθμού, ούτε των μισθών των βουλευτών και χωρίς να επέρχεται καμία τιμωρία για όσα αποδεδειγμένα εκλάπησαν από το δημόσιο κορβανά, επρόκειτο να οδηγήσει τελικά, σε συνειδητή έκρηξη τον ίδιο το λαό της!  Τέλος έκανε λόγο για το λεγόμενο "κίνημα των καταναλωτών", παροτρύνοντας του πολίτες να δημιουργήσουν τις δικές τους αντιστάσεις και μια νέα αυτάρκεια, απαντώντας με τον τρόπο αυτό στους κερδοσκόπους και τους «αεριτζήδες» που εκμεταλλεύονται την κρίση. "Τη δύναμη την έχουμε, αυτό είναι σίγουρο. Το θέμα είναι πως θα την χρησιμοποιήσουμε", είναι τα τελευταία λόγια που έγραψε. 



'Ενας άριστος φοιτητής....

Λίγο μετά το θάνατό του ένας καθηγητής του από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, σημειώσε στο διαδίκτυο για το Μανο. " Με άριστα μπήκε στο Πάντειο, με άριστα βγήκε, με άριστα το μεταπτυχιακό των στερήσεων στο Λονδίνο, είχε ξεκινήσει διδακτορικό για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ο λαμπρός φοιτητής αλλά δεν το ολοκλήρωσε ποτέ. Ορφανός από μικρό παιδί, έπρεπε να δουλεύει για να ζει αυτός και η μητέρα του, δεν τελειώνουν έτσι διδακτορικά- αλλά και αν το τελείωνε θα έπρεπε να περιμένει ως τα 40 του για να γίνει λέκτορας, τρέχοντας όλα αυτά τα χρόνια από την Κρήτη στη Φλώρινα και από τα Γιάννενα στην Αλεξανδρούπολη με συμβάσεις 1-2 μηνών. Πώς θα ζούσε; Αυτό είναι το «δωρεάν δημόσιο πανεπιστήμιο» που με τόσο σθένος υποστήριζαν, διαλύοντάς το ταυτόχρονα, διδάσκοντες και διδασκόμενοι όλα αυτά τα χρόνια.  Ηθελε δεν ήθελε, άκουσε τελικά τη συμβουλή του καθηγητή του που επέμενε «μακριά από εδώ, να γίνεις δημοσιογράφος», όπως συμβούλευε όλους τους καλούς φοιτητές που σκέπτονταν και την ακαδημαϊκή καριέρα. Και συνεχίζει "πώς να επιβιώσουν οι ευαίσθητοι σαν τον Μάνο άνθρωποι σε τέτοια κοινωνία;...Ο Μάνος δεν θα γίνει ούτε καθηγητής Διεθνών Σχέσεων με ειδίκευση στα ελληνοτουρκικά και ας είχε μάθει τουρκικά· ούτε διπλωμάτης, ούτε διευθυντής της «Καθημερινής». Μπορεί και να γινόταν, αν ζούσε."


Αντίο συνάδελφε και καλή αντάμωση!

O Mάνος θεωρούνταν ο πιο τυχερός από όλους μας. Κάθε χρόνο, τα Χριστούγεννα κέρδιζε  ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Το διάστημα που συνεργαστήκαμε είχε κερδίσει ένα ταξίδι στη Ρώμη. Λες και κάποια δύναμη του επέστρεφε ότι δικαιούνταν, αφού η ψυχή του ήταν πάντα γεμάτη δίψα, ανήσυχη και δε βολευόταν εύκολα. Τον αγάπησα ως άνθρωπο και ως δημοσιογράφο, συναδελφικά, ειλικρινά, ανθρώπινα. Δεν πρόλαβα να του το πω παρά το γεγονός ότι θα μπορούσα. Σε ένα πισώπλατο δημοσιογραφικό "μαχαίρωμα", από αυτά που αποτελούν την καθημερινότητα του χώρου, με πήρε τηλέφωνο και με ενημέρωσε διακινδυνεύοντας τη θέση του και την αξιοπιστία του στην εταιρία.  "Σε ενημερώνω για το καλό σου, ότι πίσω από την πλάτη σου σχεδιάζονται συγκεκριμένες κινήσεις, να το ξέρεις ώστε είσαι προετοιμασμένη και να αποφασίσεις για τα επόμενα βήματά σου" μου είπε. Τη μάχη, για την οποία με προειδοποίησε δεν την κέρδισα, ήταν βρώμικη έτσι κι αλλιώς, αν και το μεγαλύτερο μάθημα  στη ζωή, μας το προσφέρουν οι μάχες που δεν κερδίζονται! Χάρη στο Μάνο όμως, κέρδισα την ψυχολογική μάχη,  ότι προετοιμάστηκα γρήγορα, αποδέχτηκα αυτό που συνέβη και είχα ήδη προετοιμαστεί για τις επόμενες κινήσεις μου, πράγμα που με έκανε να αποφύγω πόνο και κόστος.

Χωρίς πολλά λόγια, αλλά με το ήθος και την ανθρωπιά του, σε μια δύσκολη στιγμή, βάζοντας ο ίδιος σε δεύτερη μοίρα το δημοσιογράφο και σε πρώτη τον άνθρωπο, με έμαθε πως όσο καλός δημοσιογράφος κι αν είσαι, αν δεν είσαι άνθρωπος τη στιγμή που πρέπει, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ. Με έμαθε πως η πραγματική πρόκληση είναι να επιβιώνεις μέσα σε ένα μη δίκαιο, βρώμικο, παράλογο σύστημα και να παλεύεις κάθε μέρα να το κάνεις καλύτερο  με ένα ζωντανό όραμα που σε κάνει να βλέπεις το γκρίζο ως χρωματιστό και να αγωνίζεται μέχρι να το δουν και οι άλλοι, για να γίνει μια μέρα, πραγματικά ως τέτοιο.  Οι δρόμοι μας χώρισαν και για τρια χρόνια δεν τον ξαναείδα ούτε ξαναμιλήσαμε στο τηλέφωνο, παρά μόνο μια τυχαία συνάντηση στο facebook, όπου μου είπε ότι ήθελε να βρεθούμε να μιλήσουμε για τις εξελίξεις της Ελλάδας. Τον πρόλαβε όμως το μοιραίο. Ο Μάνος Ρούσσος,  είναι ο "ψηλός" που πάντα θα θυμίζει σε μένα και σε όσους τον γνώρισαν,  την ταπεινότητα και το ήθος που πρέπει να διατηρούμε παρά την όποια γνώση ή ψευδαίσθηση γνώσης έχουμε. Εκείνος δάνειζε απλόχερα τα "φτερά" της γνώσης και της καλοσύνης του στους άλλους για να  "πετούν" με ασφάλεια πάνω από σύγχρονους λαβυρίνθους, αλλά ο ίδιος, σαν άλλος Ίκαρος, πλησίασε τόσο κοντά στον "ήλιο" που τα φτερά έλιωσαν! Όμως η "πτώση" μιας έντιμης και αγνής ψυχής, την οδηγεί μόνο Ψηλότερα! 
Καλό σου ταξίδι Ψηλέ!


"Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια.
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά."

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

This piece is for me the most beautiful piece in this beautiful humanistic and revolutionary blog. I could not finish reading it the first time around and had to come back again and again and again.

Ανώνυμος είπε...

Πως θα μπορούσα να επικοινωνήσω με τον συντάκτη του άρθρου?
Ε.Π.

Le Regard Cretois είπε...

Μπορείτε να επικοινωνήσετε στο leregardcretois.gmal.com
Ζητώ συγνώμη για την καθυστερημένη απόκριση στο αίτημα σας.

Le Regard Cretois είπε...

Διόρθωση leregardcretois.gmail.com

Ανώνυμος είπε...


παλια ειχε βεσπα κοκκινη...κ με πειραζε που ημουν μικροτερος κ δεν μπορουσα να οδηγησω...αν κ εγω παντα τους ελεγα να προσεχουν
όπως κ η μητερα του που παντα ανησυχουσε
η ζωη είναι δυστυχως πολύ παραξενη κ υπουλη ...χανονται νωρις οι καλοι ...