English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

7.14.2012

Ο γητευτής της θάλασσας

Τελειώνει η μέρα, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, όμως δεν ήταν…
Τούτη την ώρα θέλεις να κρατήσεις ζωντανή την αγάπη,
χωρίς ο πόνος του ανέφικτου να σε ματώνει,

και να σου βάφει τα χέρια σαν κόκκινο τριαντάφυλλο.
Γνωρίζεις τι δε μπορείς, όμως αρνείσαι τούτη τη γνώση
μπροστά στο πυρφόρο πλημμύρισμα της καρδιάς,
γνωρίζεις τι μπορείς, όμως δεν αποδέχεσαι τούτη τη δίψα
γιατί η γαληνεμένη θάλασσα, δε σου ταιριάζει, δε σου ταίριαξε ποτέ
μονάχα ίσως (...) το παράφορο κύμα στον άνεμο του καταχείμωνου…
Γιατί, φοβάσαι τα κύματα, μα πιότερο να μη κοπάσουν άξαφνα…
Θέλεις να πέσεις μέσα τους και να χαθείς στην απρόβλεπτη-θυελλώδη μέθη,
να θυμηθείς, να ξεχάσεις, να ζήσεις, να πεθάνεις,να λυτρωθείς…

Ναυαγός και καπετάνιος σε τρικυμία δίχως πυξίδα,
δε ζητάς αυτό που ζητάνε οι άλλοι, ούτε βλέπεις με τα ίδια μάτια
κρατώντας όστρακα, γεμάτα γλύκα κι αλμύρα στα χέρια
σε νέο πέλαγος, ζητάς να τα ρίξεις απ’ την αρχή
πέρα απ’ τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο… θεών και ανθρώπων
ζητιάνος και βασιλιάς, κουρσάρος και ψαράς, εργάτης κι αφέντης
να διψάς παράφορα κοντά στην πηγή και να σβήνεις τη δίψα στην έρημο,
ξεχνώντας το αλησμόνητο με τις μνήμες του αβίωτου
λαξεύοντας τη λήθη με τη σμίλη του περασμένου,
με [προ]αίσθημα μιας ζωής παρελθόντος ή και μέλλοντος
πέρα από την κλεψύδρα, δε φοβάσαι χρόνο
και στην πιο απέραντη έρημο βλέπεις πάντα την όαση.

Εσύ, γητευτή της θάλασσας, από χώρα αλαργινή
με ένα ροδάκινο του Αυγούστου, περιμένεις τη νέα ημέρα
ζουμερό, βελουδένιο, γλυκό, μυρωδάτο
με γεύσεις κρυφού πόθου κι ανείπωτου πάθους
να πλημμυρίζουν ολάκερη την καρδιά από το πρώτο δάγκωμα
αφήνοντας γλυκόπικρα σημάδια τρυφερότητας κι άρωμα άγνωστο
σαν την πρώτη ηλιαχτίδα, μετά την πιο σκοτεινή νύχτα
που βάφει ελπιδοφόρο τον κόσμο στον κατάλευκο τοίχο του παράλογου.
-Γητευτή της θάλασσας, δε σε τρομάζουν τα φαινόμενα της φύσης,
χίλιες και μία νύχτες σε νανουρίζουνε αινίγματα κι ερώτηματα αναπάντητα
και το πρωί σε ξυπνούνε οι χρησμοί των θεών και οι βουλές των ανθρώπων,
τι να τις κάνεις; Η παράφορη θάλασσα, είναι τώρα η νέα γλυκόπικρη γη!






Δεν υπάρχουν σχόλια: